Θασίτικα και η επεξήγηση τους

Υπάρχουν 700 όροι στο λεξικό
Όλα | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Φ | Χ | Ψ

Ψ

Λέξη Ερμηνεία
Ψ'μάρς

Ο όψιμος

Ψ'τάδ

Παραοριμασμένο σύκο

Ψ'χουχάρτ'

Ψυχοχάρτι

Ψακί

Φαρμάκι

Ψακόνουμι

Δηλητηριάζομαι(ουσιαστ., Ψακί=Δηλητήριο

Ψειροσκοτόν'ς

Ο κακομοίρης, αυτός που σκοτώνει ψείρες

Ψήρας ή Ψηριάρς

Αυτός που τα προσέχει όλα

Ψιλαφίζου

το κοιτώ με προσοχή

ψισνός

χτεσινός, ξενύχτης

Ψλουζνίχ'ς

Ψηλολαίμης

Ψνίζου

αγοράζω-ιγώ δε ψνίζου απ του παζάρ, ούτι νυφ μι του τσφάλ=εγώ δεν αγοράζω απο το παζάρι ούτε παίρνω νύφη χωρίς να την δω καλά(να την δοκιμάσω)

Ψολαρμενίζω

Περιφέρομαι ασκόπως (συνθ.ψολή+αρμενίζω)

Ψουριάρς

Ο τσιγκούνης

Ψουφασλάς

Ο Ποταμιώτης

Ψουφίμ

Πτώμα ψόφιου ζώου

Ψουφουπίνς

ο πεινασμένος κυρίως απο τεμπελιά-άντι ρε ψουφουπίν τράβα να βγάλς ένα κουμάτ ψουμί

Ψούχλου

ψίχουλο-ούτι ψούχλου δεν άφκις λέμαργου

Ψτάδ'

Αποξηραμένο σύκο

Όλα | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Φ | Χ | Ψ
Είστε εδώ : Αρχείο > Λεξικό