Θασίτικα και η επεξήγηση τους

Υπάρχουν 700 όροι στο λεξικό
Όλα | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Φ | Χ | Ψ
Page:  1 2 3 4 Next »

Π

Λέξη Ερμηνεία
Π'τίν

Παπούτσι

Παϊβάνς'

Πλατύποδας-Στραβοπόδης(πόδια=παίβάνια,έκφρ.Πάρ'τα παϊβάνιας)

Παλαμουδέρνου

Αγωνίζομαι σε δύσκολες συνθήκες(εκφρ.Φουρτούνα κάπν',δυό ώρης παλαμόδηρνει μ τ θάλασσα)

Παλανταριά

Αυτοσχέδια ξύλινη γέφυρα(χρησιμοποιούνταν για την διέλευση των λάκκων,εκφρ.ου λάκκους εν΄' φουσκούμένους θέλ' παλανταριά για να πάμ,αουπέρα)

Πάξα

κομμάτι ξύλου, που αποσπάτε από κορμό δέντρου με μια ή πολλές τσεκουριές

Παπουδιάζου

Γίνομαι μούσκεμα ως το κόκκαλο(εκφρ.Ερχνει βρουχί μη του τουλούμ, παπούδιασα ως να πάου να ταίσου τα ζά.)

Παραβαρώ

Ενοχλώ (γίνομαι βάρος σε κάποιον)

Παραβούτ'

Ξύλινο δοχίο μεταφοράς με Γαίδαρο(πληθ.Παραβούτεις)

Παρακιντές

Άχριστος άνθροπος

Παραμάσκαλα

στην μασχάλη-του άρπαξι παραμάσκαλα κι γίνκι γιρανί=το έβαλε στην μασχάλη της και εξαφανίστηκε

Παρασάλακους

Χαζός

Παραστιά

Τον κάτω μέρος του τζακιού

Παρμακλίκ"

Κάγκελο(εκφρ.Πήγηνη αουπέρα κι κλείσ' τα παρμακλίκια, γιατί άμα μπούν τα ζα δε θα φήσειν τριγιόβουλου στου μπακτσέ)

Παρτάλ'

Παλιό-φθαρμένο ρούχο(μεταφ.Ο άνθρωπος χωρίς αξία)

Πασπάρ

Αγονο κομμάτι γής μες το βουνό-Ξέφωτο(εκφρ.Σύρει μάζου τσ' κατσ'ικεις αουπέρα απ' του πασπάρ")

Πασπατεύου

Ψάχνω στα τυφλά - Ψαχουλεύω- Βάζω χέρι

Πατατούκα

Επανοφώρι-Χλενη(βαρύ)

Πατηρήκ'

Βακτηρία -Μπαστούνι απο επεξεργασμένο ξύλο(εκφρ.Δε στλών'ντίπ'ούλου μη του πατηρήκ'πουρπατεί)

Πατηρίκ'

Ραβδί

Πατλακιάζου

Σκάω απο δίψα(εκφρ.Μέχρι να πάμ σντού βρά πατλακιάσαμ')

Page:  1 2 3 4 Next »
Όλα | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Φ | Χ | Ψ
Είστε εδώ : Αρχείο > Λεξικό