Θασίτικα και η επεξήγηση τους

Υπάρχουν 700 όροι στο λεξικό
Όλα | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Φ | Χ | Ψ
Page:  « Prev ... 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29... Next »

Όλα

Λέξη Ερμηνεία
Ξιστρέφου

Γέρνω προς μια πλευρά(συνήθως για όνους,π.χ Ξιστρέφ' ου γάδαρους)

Ξιτρουχαλεύου

Ψάχνω-ανακατεύω

Ξιφόρσει

άδιασε,καθάρισε-Ήρθαν οι νκουκύρδις κι ξιφόρσει ου τόπους.

Ξιχαρβαλουμένου

Διαλυμένο-Κατεστραμένο (παναθιμάσι του ξιχαρβάλουσις)

Ξιψαρίζου

Βγάζω τα ψάρια από το δίχτυ.

Ξιψουμίζου

τρώω το ψωμί των άλλων

Ξιψχώ

ξεψυχώ

Ξκίζου

Αφαιρώ μικρή ποσότητα.

ξλουγαδούρα

ξυλοκατασκευή για μεταφορά βαρέων αντικειμένων

Ξλούδ

Μικρό ξύλο

Ξλουπνάκου

Γυναίκα με μεγάλα και άχαρα χείλη

Ξμίζου

ξεπλέκω και ξαναπλέκω ένα πλεκτό

Ξνήσκι

¨Εκανε μορφασμό δεν τον -την άρεσε

Ξνουπαρμένους

αυτός που το πήραν τα ξένα

Ξόγανου

άμυαλο-είσι ντιπ ξόγανου-

Ξουνχιά

Τιτίζα-Καλή νοικοκυρά

Ξύνου ή ξω

ξύνομαι

Ξύνσι

Ξύνισε-Χάλασε

Ξύστρα ή ξυστήρ

εργαλείο για ξύσιμο

Ξώφαλτσα

έξω-έξω ,ελαφριά

Page:  « Prev ... 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29... Next »
Όλα | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Φ | Χ | Ψ
Είστε εδώ : Αρχείο > Λεξικό