Θασίτικα και η επεξήγηση τους

Υπάρχουν 700 όροι στο λεξικό
Όλα | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Φ | Χ | Ψ
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21... Next »

Όλα

Λέξη Ερμηνεία
Κατσακλίκ'

Ζαβολιά(εκφρ.Ούλου κατσακλίκια κάν'ς τώρα τηλητεύεα)

Κατσμίζω

Φεύγω- την κοπανάω(αργκό=ντη κάνω)

Κατώι-Κατουγούδ-Κατώγα

Υπόγειο κανονικό-μικρό-μεγάλο

Κβανώ

Κουβαλώ(αορ.Κβανούσα, εκφρ.Ουλμηριά κβανούσα νηρό απ ντου λάκκου)

Κηριστής

Ισιο ξύλο για κατασκευή στέγης(εκφρ.Βρήκα κατ' κηριστές στου Σταλαμό τρείς άλφες)

Κιορλεμέ

Κουτουρού-Ασκοπα(Αυτός γιρίζ ουλμηριά κιορλεμέ, αρσενικό Ο Κιορλεμές)

Κλάθκα

κουλάθηκα,κουράστηκα πολύ

Κλαμίδ'

Χέρι(πληθ.κλαμίδια.συν.κλό, εκφρ. Θα στα σπάσσου τα κλαμίδιας αμα του καναπηράξεις)

Κλιβανί

Ωπή-μικρή πόρτα που οδηγούσε στο ταβάνι ή στο υπόγειο

Κλίκκ'

Μικρό ψωμί(Κάτι μικρό απο ζύμη)

Κλιτσνάρ'

Αδύνατο πόδι

Κλουμπάν'

Εκκλησιαστικό συσσίτιο(το διωργάνοναν οι ενορίες τις ημέρες της εορτής των Αγίων και παρείχαν γεύμα στους πιστούς)

Κλουτσάνν'

Χόρτο που έχει την ιδιότητα να κολά στα παντελόνια

Κνιέτει

Κουνιέται

Κόλβα

Σιτάρι με αλεύρι που μοιράζουν στα μνημόσυνα.

Κόλντιμιρ

Αμπάρα(Για τις ξύλινες εξώπορτες. συν.Μπαράτ'ς)

κουκνάρα

καλαμπόκι

κουλαντρίζου

κουβαλώ κάτι χωρίς λόγο

Κουλβόσμους

Χυλός από σιτάρι και αλεύρι.

Κουλουκάτς

Αγρια ραπανάκι-Βολβός

Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21... Next »
Όλα | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Φ | Χ | Ψ
Είστε εδώ : Αρχείο > Λεξικό