Έθιμα

Θέμα: Συγκέντρωση στοιχείων του Λαϊκού Πολιτισμού και καταγραφή λαϊκών δρώμενων και εθίμων.

Αρχίζουμε την καταγραφή μας από το μήνα Οκτώβριο. Στον Μήνα αυτόν, ελευθερώθηκαν πολλά χωριά της πολύπαθης Μακεδονίας μας. Ελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη στις 26/10. Ο Άγιος Δημήτριος , σαν συνελευθερωτής και πολιούχος της, συγκέντρωσε στη γιορτή του όλες τις θρησκευτικές και τις εθνικές εκδηλώσεις των Ελλήνων. Ως ελευθερωτής και πολιούχος γιορτάζεται και στο χωριό μας ο Άγιος Δημήτριος, με πολλές ετοιμασίες και ειδική μεγαλοπρέπεια. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας γινόταν και γίνεται ακόμα το κοινό χριστιανικό τραπέζωμα, σε ανάκτηση, ίσως, της «αγάπης» των πρώτων Χριστιανών. Το έλεγαν αυτό το κοινό τραπέζι «κλουμπάνι»δηλαδή κουρμπάνι, θυσία στον Άγιο, και πιθανόν είναι ότι με αυτήν την έννοια, το δικαιολόγησαν και στους Τούρκους.
Ήταν όμως και μεταβατικό πλατύσκαλο, από τις θερινές, στις φθινοπωρινές συγκομιδές των κατοίκων.
Ετοιμάζονταν και μοιράζονταν 3 είδη φαγητών , όλα τα υλικά ήταν προσφορά των κατοίκων. Περνούσαν οι επίτροποι και οι βοηθοί τους και τα μάζευαν από όλα τα σπίτια. Ο κόσμος έδινε από τα παραχθέντα προϊόντα τους. Άλλοι έδιναν ρύζι και όλοι οι κτηνοτρόφοι, έδιναν ανάλογα τεμάχια κρέας. Αν κανένας απουσίαζε από αυτό το πανηγύρι και το συμπόσιο, του έστελναν οι επίτροποι ένα πιάτο φαγητό στο σπίτι του για χάρη του Αγίου.
Τώρα, η γενική προθυμία είναι λιγότερη.
Τα συμπληρωματικά υλικά, τα μαζεύουν μόνο από τα μπακάλικα. Και τα απαιτούμενα κρέατα, τα αγοράζουν οι επίτροποι.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι στο χωριό μας σήμαιναν χαρμόσυνα οι καμπάνες της Λευτεριάς στις 18 Οκτώβρη 1912, ημέρα του Ευαγγελιστή Λουκά, όταν έφτασε στη βόρεια οροσειρά του χωριού μας άγημα Ελλήνων πεζοναυτών και έφυγαν βιαστικοί οι τελευταίοι Τούρκοι για Λιμένα.
Τα πρώτα χρόνια, γινόταν και Δοξολογία την ημέρα αυτή και ένας πιστός κάτοικος, ονόματι Κωστάκης Χρηστίδης, έφερε, ως αφιέρωμα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου μεγάλη εικόνα του Άγιου Λουκά πλαισιωμένη από το Άγιο Όρος και την τοποθέτησαν στην ΒΔ πύλη του τέμπλου, στην κατεύθυνση, δηλαδή,που έφτασε το ελληνικό άγημα.
Στα μετέπειτα χρόνια όμως , επικράτησε, να γίνεται, ένας γιορτασμός, στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, που είναι και πολιούχος στο χωριό, και γίνεται ακόμα, όπως περιγράψαμε. Μετά από λίγες μέρες, άρχιζε το λιομάζωμα. Γινόταν με ορισμένη σειρά, αποφασισμένο κανονισμό, από τον προεστό και το Συμβούλιό του. Οι λιόκαμποι, κυκλωμένοι με φραγμό από τα άλλα βουνά και το δάσος, φυλάγονταν απάτητοι, άθικτοι, αβόσκητοι.
Στον κύριο δρόμο που έφτανε απ’ το χωριό στον κάμπο, υπήρχε κάγκελο. Μοναδική είσοδος και σταθμός.
Την ημέρα που θα άρχιζε το λιομάζωμα, πρώτος έφτανε εκεί ο δραγάτης ή κουρούτζης (ο φύλακας του κάμπου). Αν είχε ψύχρα , άναβε και φωτιά , έφταναν , ομάδες, ομάδες οι λιομαζωχτάδες, που ξεχνούσαν τον κόπο της πορείας τους , με διάφορα αστεία και πειράγματα με σχόλια και ενδιαφέροντα νέα. Όταν έφταναν όλοι, απλωμένοι γύρω από τη μεγάλη και λαμπερή φωτιά, τότε ο δραγάτης, έδινε το σύνθημα, «Άντε, να κινήσουμε, και άνοιγε διάπλατα το κάγκελο του φραγμού και έριχνε, ενίοτε, και μια μπροστόγεμη ντουφεκιά στον αέρα. Μάζευαν το πρώτο τμήμα του κάμπου τους μονάχα, (το λεγόμενο πρώτο ντεμπίχι)και τις άλλες μέρες μάζευαν τα άλλα.
Αυτή η τάξη κρατούσε σε κάθε λιόκαμπο με τον δραγάτη του , που τον διορίζουν σε συνέλευση οι παραγωγοί και ήταν πιστός και αυστηρός στη δουλειά του.
Η δουλειά των μαζωχτάδων άρχιζε κάθε μέρα σαν πανηγύρι και συνέχιζε με χαρές και ενδιάμεσα, με της εποχής αμανέδικα ή άλλα τραγούδια.
Στον μήνα Νοέμβριο, ήταν πολλές γιορτές. Ξεχώριζαν τα Εισόδια , της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Στυλιανού που είναι προστάτης των παιδιών.
Όμως στην εκκλησία πήγαιναν, με ευλάβεια, μόνον οι γριές κυριούλες. Όλοι οι νέοι και οι ενήλικες έπρεπε να δουλέψουν. Να βιαστούν, γιατί θα άρχιζαν δύσκολες , χειμωνιάτικες μέρες.
Του Αγίου Ανδρέα, έλεγαν, «¨αντριεύει το κρύο, και τη μέρα αυτή συνήθιζαν πού, να έχουν στο τραπέζι τους και βρασμένο σπυρί καλαμπόκι με μέλι ή σιτάρι με μέλι. Μέχρι του Αγίου Νικολάου, εμάζευαν τις ελιές τους οι μισοί νοικοκυραίοι.
Έκαναν τότε κάποια ανάπαυλα όλοι, και γιόρταζαν τον Άη –Νικόλα καλά. Εκκλησιάζονταν στην κάτω συνοικία όλοι και φιλεύονταν στα σπίτια συγγενών και φίλων, με καλά φαγητά,(πρασόπιτες, παντζάρια, λαδερό μπακαλιάρο και πιόμα).Αντίθετα φιλέμματα γινόταν στους κατωχωρηνούς από τους πανωχωρίτες στη βάφτιση του Χριστού , τα Θεοφάνεια.Στις επόμενες 15 μέρες, προσφέρονταν πολλοί και βοηθούσαν συγγενείς και γειτόνους , που δεν είχαν ακόμα τελειώσει το λιομάζωμα. Στη θυμοσοφία τους έλεγαν: «Του Άγιου Σπυρίδωνα μεγαλώνει η μέρα ένα σπυρί και τον Άη – Βασίλη, μεγαλώνει μια ώρα,
Του Αγίου Μοδέστου , 18/12, είχαν γιορτή των ζώων. Δεν εργάζονταν. Δεν σαμάρωναν τα υποζύγια. Όλοι, πήγαιναν για τα ζώα τους, προσφορά στην εκκλησία, κόλυβα, κεριά ή λαμπάδες και σήκωναν και ύψωμα. Και έφτανε το δωδεκάμερο και άρχιζαν άλλες μεγάλες γιορτές, με τα τοπικά έθιμά τους.
Από την παραμονή του Χριστού, έσφαζαν τα χοιρινά ή άλλα θρεμμένα τους ζώα. Ετοίμαζαν τις πίτες και τις έψηναν στο φούρνο του σπιτιού. Έβαζαν προζύμια από καλαμποκάλευρο, έκαναν κουλούρια και άλλα γλυκά και όλο το σπιτικό μοσχοβολούσε.
Στην κάθε πίτα, έκαναν οι νοικοκυρές τα λεγόμενα «πλούμια»δηλαδή πλουμίσματα, στιχίδια, σχέδια που τύπωναν διαδοχικά με ποτήρια, ρακοπότηρα και καλάμια. Έκαναν μαργαρίτες με μύγδαλα. Όσες ήξεραν γράμματα έγραφαν και το «Καλά Χριστούγεννα ή το Χρόνια Πολλά », οι άλλλες σχεδίαζαν πουλιά, παγώνια, κοκόρια.
Τις απογευματινές ώρες άρχιζαν και καλαντούσαν τα παιδιά, στα συγγενικά και γνώριμα σπίτια. Είχαν λαδοφάναρο και δίσκο και εκεί απόθεταν τα δώρα που τους έδιναν, κουλούρια, ξηραμένα φρούτα, συκο-κάρυδα και χαρούπια.
Νωρίς 7 με 8 το βράδυ, θύμιαζαν την πίτα, στο καθιστό τραπέζι τους ( σοφρά), φορτωμένο με πολλά ορεκτικά, κοκκινογούλια και φασόλες βραστές και απαραίτητα μια πιατέλα καρύδια , στο μέλι, που ήταν στα γεννητούρια του Χριστού.
«Καλώς μας ήρθε η Γέννηση του Χριστού» έλεγε ο πατέρας, και άρχιζε με σταυρωτό κόψιμο και θύμιασμα σε κάθε λύγισμα της πίτας.
«Χρόνια Πολλά» και του χρόνου ‘γεροί’ και ‘μαζεμένοι’».Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα πήγαιναν στη Λειτουργία της Γέννησης πολλοί και μεταλάβαιναν. Στις 5 το πρωί γύριζαν από την απόλυση και τους περίμενε αχνιστή λαχταριστή σούπα.
Της πίτας ένα κομμάτι ήταν για το Χριστό,
ένα για την Παναγία,
ένα για το σπίτι και τα κτήματα και
ένα για τα άτομα του σπιτιού.
Τα κομμάτια αυτά τα έκοβαν φέτες. Το ένα μονάχα, αποβραδίς, παραμονιάτικα. Οι φέτες ήταν με τη σειρά, για το νοικοκύρη, την μάνα, τα παιδιά, κατά σειρά ηλικίας. Αν υπήρχαν παππούδες γέροι ή γιαγιά, προηγούνταν των παιδιών και των εγγόνων.
Στην πίτα του Αγίου Βασιλείου έβαζαν το φλουρί. Το φλουρί ή ένα χωριστό νόμισμα, το φύλαγαν στο εικονοστάσι, ο δε πατέρας, μοίραζε άλλα κέρματα, σε κάθε μέλος, μετά την κοπή και την ανεύρεσή του.
Πολλοί συνήθιζαν και φύτευαν στη μέση της βασιλόπιτας και 2 λιόφυλλα όρθια. Έβαζαν επίσης κλώνια λιόδενδρου στις πόρτες, εισόδους των σπιτιών, για ειρήνη και ευλογία.
Στο τραπέζι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς συνήθιζαν να έχουν και τριαντάφυλλο γλυκό, ψίχα από καρύδια και μύγδαλα, τσίπουρο και κρασί, και απαραίτητα τουλουμίσιο γάλα.
Μετά το κόψιμο της βασιλόπιτας και το φαγητό, έκαναν και το τυχερό παιχνίδι, για το γούρι του χρόνου. Οι πιο πολλοί στα σπίτια, ενώ, οι παράληδες στο καφενείο.
Τα μεσάνυχτα, σε κάθε σύναξη, έσβηνε το φως για λίγα λεπτά κι το άναβαν πάλι.
Ανήμερα του Αγίου Βασιλείου
«Πολύ πρωί η νοικοκυρά, με το πρώτο αμίλητο νερό απ΄ τη βρύση, ανέβαζε στο σπίτι, από την αυλή και μια πέτρα καθαρή 2ή 3 κιλών και την έβαζε στη γωνία του τζακιού, κάτω απ’ το κρεβάτι, για να είναι ο νοικοκύρης και όλη η οικογένεια τους γεροί, σαν την πέτρα.
Την άφηναν εκεί, όλο το δωδεκάμερο ή τουλάχιστον 3 μέρες.
Ο πρώτος πάλι πρωινός επισκέπτης, για το καλό γούρι, κάθονταν στο κρεβάτι και έλεγε: « ούλες κα, κα, κα, κι ένας κω,κω,κω» τρεις φορές. Δηλαδή να βγάλετε κλωσσόπουλα και όλε οι πουλάδες να γεννούν, να κακαρίζουν κα, κα, κα και ένα κοκόρι να κάνει το δικό του κοκόρισμα.
Όταν άρχιζαν τα διπλοκάμπανα για την εκκλησία, φορούσαν όλοι τα καλλίτερά τους ρούχα. Με χρυσά μακρυά φουστάνια και χρυσοκέντητα τσικέτα οι γυναίκες, με κεντημένα γιλέκα οι άνδρες, πήγαιναν στην εκκλησία, κρατώντας απ’ το χέρι και τα μικρά παιδιά τους και τα ανάλογα λαμπαδόκερα.
Απ’ την εκκλησία, πήγαιναν πρώτα στο σπίτι τους. Εκεί ξεκρέμαγαν τα δυο ρόδια που είχαν με το σταφύλι, στο εικονοστάσι, απ΄ τη μέρα του Σταυρού, και με δυνατό τίναγμα τους πίσω απ΄την πόρτα, τα έσπαζαν και συμβόλιζε αυτό, την ένωση της οικογένειας σαν τις ρόγες του ροδιού.
Σε κάθε μεγάλη γιορτή, μετά το μεσημεριανό φαγητό, οι μικροί πήγαιναν σε βίζιτες, ενώ οι μεγάλοι, πήγαιναν στον μεγάλο χορό που γινόταν, με βιολιά, στην πλατεία.
Ξημέρωμα της παραμονής των Φώτων, έπαιρναν απ’ τις εκκλησίες, με μεγάλο πάντοτε, ανταγωνισμό, για τα πρωτεία, τον «μεγάλο», όπως τον έλεγαν , αγιασμό.
Έπιναν αφάγωτοι, από τρεις γουλιές , οι σπιτικοί, μετά φώτιζαν ,(ερράντιζαν)το σπίτι.
Την ίδια μέρα, τα παιδιά πήγαιναν και ράντιζαν όλα τα κτήματα, τα μελίσσια και τα ποίμνια, ας ήταν και σε μακρινές αποστάσεις τρεις ή πέντε ώρες. Το φώτισμα συνοδεύονταν με το ψάλσιμο του τροπαρίου της ημέρας «Εν Ιορδάνη, βαπτιζομένου Σου Κύριε….»
Στο χωριό, ακολουθούσε και ο αγιασμός των σπιτιών από τον ιερέα. Συνέχιζε και το πέρασμα του «Αγίου» του Μιχαήλ Αρχάγγελου, προστάτη του χωριού και του «Σταυρού» απ΄ όλα τα σπίτια του χωριού.
( Ο Σταυρός ήταν ένα εξαπτέρυγο του Αγίου Δημητρίου, με σύνθετη επιχρυσωμένη αναπαράσταση της Ανάστασης απ’ τη μια πλευρά και δυσκολοπρόφερτο συμβολισμό απ΄την άλλη. Γι’ αυτό για συντομίαλέγονταν Σταυρός.)
Προς το βράδυ, άναβαν και δάδες στη φωτιά, και τις ύψωναν πιο ψηλά, μέσα στο τζάκι και έκαιγαν τις χαμηλές αραχνοκαπνιές της καμινάδας και μπουμπούνιζε τότε μια μεγάλη φλόγα, έβγαινε και πιο ψηλά απ’ την κορυφή της καμινάδας και για 10-20 λεπτά, φεγγοβολούσαν πολλές μαζί και οι γύρω στέγες, και καιγόντουσαν, έλεγαν, και οι καλικάντζαροι, που έλεγαν δήθεν στη φυγή «Φεύγετε , να φεύγουμε. Ήρθε με την αχνιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του.»
Την άλλη μέρα, τα Θεοφάνεια , γινόταν πάνδημος εκκλησιασμός. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας έπαιρναν, οι πιστοί, τους Αγίους, τα λάβαρα, σχεδόν όλα τα εικονίσματα των 2 εκκλησιών και με τους ιερείς και τους ψαλτάδες, πήγαιναν εν πομπή πάνω απ’ το χωριό, στην τοποθεσία « Αγία Βασιλική» όπου ήταν οι μεγάλες πηγές , της ύδρευσης του χωριού μας εκεί με ευχές και ψαλμωδίες, με τα κεριά όλων αναμμένα, άγιαζαν και ευλογούσαν τα νερά, για να είναι υγιεινά και αστείρευτα όλο το χρόνο.
Στην ώρα που διάβαζαν τις ευχές του αγιασμού, οι μικροί και οι άλλοι, κολυμπούσαν τα άγια εικονίσματα στο γάργαρο ποταμάκι, που σχημάτιζε μάλιστα εκεί δίπλα, λες από δική του σοφία , δυο ευρύχωρες, μικροδεξαμενές, λιμνούλες.
Στο τέλος όλου αυτού του Αγιασμού, στο κεντρικό φρεάτιο, όπου ψέλνονταν οι ευχές και οι ευλογίες, οι δυοπλειοδοτήσαντες πιστοί βαστάζοι, κατακεφάλιζαν τα κοντάρια τους με τους στεφανωμένους Αγίους( Μιχαήλ Αρχάγγελο και Σταυρό)και μετά, τα έβγαζαν ψηλά και τα έτρεμαν με τέχνη γύρω γύρω, στα πλήθη και τους ερράντιζαν με την χάρη και την ευλογία των αγιασθέντων υδάτων. Μερικοί , από τα ψηλότερα σημεία αυτής της γραφικής πλατείας, έριχναν προς τα ύψη και πιστολιές ή τουφεκιές, που σήμαιναν το αποκορύφωμα και το τέλος αυτής της ιεροτελεστίας. Στην αποχώρηση, γινόταν σταθμός στον Αη –Γιάννη, στην άκρη του χωριού, όπου χαιρετούσαν οι πιστοί τις παραταγμένες εικόνες και αντάλλαζαν ευχές μεταξύ τους. Ακολουθούσαν μετά οι επισκέψεις στα σπίτια της άνω συνοικίας και τα περιποιημένα φιλέμματα και τραπέζια.

Στις 7/1 του Αγίου Ιωάννου
Εκκλησιασμός κανονικός και το απόγευμα, επισκέψεις και βίζιτες στους πολλούς –πολλούς Γιάννηδες. Τα κεράσματα, με σπιτικά γλυκά κουταλιού, σε 2,3 κουπούλες (μαστραπάδες). Το κάθε κουταλάκι, μετά τη χρήση του, το έβαζε ο καθένας στο μισοάδειο του νεροπότηρο.
Όσο όμως προχωρούσε η ώρα και νύχτωνε, τα κεράσματα γέμιζαν με μοσχοβολητούς ειδικούς μεζέδες, με ψημένα ανθότυρα, τσίπουρο και τυρούδια. Συνέχιζαν σχεδόν όλη τη νύχτα τα τραγούδια και τα γλέντια και οι παρέες ενισχυόταν με βιολιά και με τις πιο ευκολομεταφερόμενες γκάιντες. Το αποτελείωμα της λιοσυλλογής, το χειμωνιάτικο κρύο και η ντόπια παραγωγή του κρασιού και του τσίπουρου, βοηθούσαν καλά σε φαγοπότια, σε μεθύσια και γλέντια.
Στις 30/1ήταν η γιορτή των γραμμάτων και γινόταν σχολικ΄λη γιορτή με ποιήματα.
Στη 1/2, του Αγίου Τρύφωνα , γινόταν παλι φωτισμός των σπιτιών και φώτιζαν και τα’ αμπέλια « Φλεβάρης « , έλεγαν , « και ανοίγουν οι φλέβες των νερών»
Στις 10/2 του Αγίου Χαραλάμπους , γινόταν αντιλοιμική λατρεία.
Νωρίτερα απ’ την Αποκριά άρχιζαν οι γιορτές των καρναβαλιών με πολύ φαγοπότι
Την Καθαρή Δευτέρα, όλοι εξοχή στη μεγαλόστομη πηγή « Καρτσιλιώταινα, με νηστίσιμους θαλασσινούς μεζέδες, με κουκιά στο νερό, καρύδια και τσίπουρο.
Στη Σαρακοστή , Παρασκευή και Σάββατο πρωί, πήγαιναν κόλυβα στην εκκλησία και τα μνημόνευε ο παπάς. Την Μ. Πέμπτη, έδινε πίσω τα χαρτιά με τα ονόματα και του έδιναν φιλοδωρήματα. Την Μ. Πέμπτη έβαζαν το πρώτο κόκκινο αυγό στο εικονοστάσι. Στο μπαλκόνι ή στο χαγιάτι , έστρωναν κόκκινο πανί.
Την Μ. Παρασκευή έψελναν τα Άγια Πάθη και έκαναν περιφορά του επιταφίου, σε όλη την ενορία της η κάθε εκκλησία.
Γενικά, το Πάσχα, το γιόρταζαν με όλο το τυπικό, με χαρές και μεγαλεία, όπως όλοι οι Έλληνες.
Για το Πάσχα ή του Αγίου Γεωργίου, έκαναν, τα νέα ζευγάρια, στον κουμπάρο τους και οι βαφτισιμιοί, στους αναδόχους τους, τα λεγόμενα «κλίκια» που ήταν ειδικά δώρα για κοινό φαγοπότι.
Μέσα σε πανέρι, 2 ταψιά κουλουρόψωμα 15-20 και φουντούκια και κουφέτα. Τα κουβαλούσε, με καμάρι στο κεφάλι της η νεόνυφη γυναίκα. Ο άντρας της κρατούσε αριστερά ένα γαλόνι κρασί και δεξιά, ένα άσπρο πάντοτε, ζωντανό αρνί.
Τώρα δεν το συνεχίζουν αυτό το έθιμο.
Συνεχίζουν όμως και κάνουν την μεγάλη πανήγυρη στον Μιχαήλ Αρχάγγελο, τον προστάτη του χωριού μας που τον λένε «Άγιο».
Την Δευτέρα της Λαμπρής, μετά το φαγητό, μια μεγάλη κουστωδία προσκυνητών, συνοδεύουν τον «Άγιο» που με φορεμένους ιερείς, μοναχούς και ψαλτάδες ξεκινάει απ’ το χωριό, για να πάει να λειτουργηθεί στο παλιό αλλά ανακαινισμένο σήμερα Μοναστήρι του Αρχαγγέλου, που βρίσκεται, στο Νότιο άκρο του νησιού, σε πορεία 3 περίπου ωρών από το χωριό μας.
Σ’ αυτήν την ώρα, βγαίνουν από τα σπίτια τους όλοι οι χωριανοί και κατευοδώνουν τον Άγιο και την μεγάλη συνοδεία του, μέχρι την άκρη του χωριού. Οι προσκυνητές, άλλοι καβάλα σε στολισμένα με κορδέλες , με κουδουνάκια, κούμαρα, με κιλίμια, υποζύγια, άλλοι πεζοί, αποτελούσαν μια πραγματικά λαμπρή συνοδεία, για την ομάδα που κρατούσε επί κεφαλής της τα λάβαρα και τους Αγίους (Μιχαήλ Αρχάγγελο, Σταυρό).
Τους Αγίους, που ήταν άτρωτοι, όταν , στα παλιά, ένας γέρο- κυνηγός, με τα βρακιά ,«καψούλης» , τους έριχνε και μια τουφεκιά, συμβολικά απάνω τους , σαν έφταναν έξω από το σπίτι του.
Η ομάδα που κρατούσε τα λάβαρα και τους «Αγίους» έπρεπε να φτάσει στο Μοναστήρι πεζοπορώντας. Και σήμερα ακόμα, το τηρούν αυτό, σαν τάμα. Και μόνο οι της μεγάλης και της μικρής ηλικίας προσκυνητές, πηγαίνουν με αυτοκίνητα απ’ τον παραλιακό αμαξόδρομο.
Στο Μοναστήρι, γίνεται εσπερινός, γλέντι τη νύχτα και το πρωί της Τρίτης, λειτουργία, με κεράσματα, φαγητό, δωρεές και τάματα και σχετική φιλοξενία. Μετά απ’ όλα αυτά, ξεκινούν όλοι, οι προσκυνητές, επανερχόμενοι στο χωριό τους . Την απογευματινή ώρα που φτάνουν, τους υποδέχονται πάλι όλοι οι συγχωριανοί και γίνεται τιμητική υποδοχή από ολόκληρο το πλήθος.
Χτυπούν τα χαρμόσυνα διπλοκάμπανα , διαβάζοντας ευχές και τροπάρια, αλλάζουν ευχές και οι πιστοί με χειραψίες και το «Χριστός Ανέστη», γίνεται δεξίωση στο Μετόχι του Αρχάγγελου.
Έθιμα που συνεχίζονται ακόμα.
Στη 1η Μαΐου (πρωτομαγιά). Εκτός απ’ τα στέφανα με πρασινάδες και αγριολούλουδα έφερναν απ’ το πρωί στις εξώθυρες και στη στέγη ένα χυμώδες φυτό με πράσινο χρώμα ο κορμός του που το λένε δρακοντιά, για να είναι γεροί οι ένοικοι.
Στις 24 Ιουνίου ( Γενέθλιο του Ιωάννου Προδρόμου), έζωναν οι πιστοί, στη μέση τους, το στέλεχος ενός άλλου θαμνοειδούς, που έχει ύψος 80-100 πόντους, κίτρινα άνθη, και το όνομα «φλώμος».
Αυτό, θα βοηθούσε να κρατάει γερή τη μέση τους και ανθεκτική , στις βαριές αγροτικές δουλειές τους.
Επίσης, την ίδια μέρα έπιναν από το αγίασμα που έβγαινε σε πηγαδάκι, κοντά και κάτω από τον Ιερό Ναό του Ιωάννη Προδρόμου, που είναι έξω απ’ το χωριό.
Πολλοί έριχναν και λίγες σταγόνες μέσα απ’ τα ρούχα τους στη ράχη ή στο λαιμό, και αυτό, θα τους προφύλαγε, να μην έχουν πυρετό στο θέρος.
Είχαν μεγάλη εκτίμηση για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Και από σεβασμό στο αίμα του, στις 29 Αυγούστου, που γιορτάζεται η αποκεφάλιση, δεν έτρωγαν μαύρο σταφύλι, ούτε μαύρο σύκο, ούτε καρπούζι γιατί θα είχαν αμάρτημα μεγάλο.
Γενικά, οι παλιότεροι άνθρωποι ήταν πολύ δεμένοι μεταξύ τους. Ζούσαν με θρησκευτικές δοξασίες, με κοινωνικό πνεύμα και αγαθότητα. Η καλύτερη τους ευχή, στο κέρασμα με τσίπουρο, ήταν : « Άντε αρκαντάς όξ’ απ’ άδικου και καλά υστερνά»» δηλαδή Άντε αδέλφι μου έξω από το άδικο και καλό θάνατο.
Έθιμα που εξασθένισαν πολύ και σχεδόν έσβησαν.

  • όταν ένας νοικοκύρης γιόρταζε, σήκωνε και ύψωμα στο σπίτι του. Τώρα , σπάνια.
  • Στην Αγία Μαρίνα , σε μια βελανιδιά , εναποθέτουν ένα κομμάτι απ’ τα ρούχα του αρρώστου για να θεραπευτεί για πάντα.
  • Μετά του Αη Γιώργη έκαναν πολλές κούνιες με σχοινιά
  • Το βράδυ που τελείωνε ο Ιούλιος μήνας , άναβαν με άχυρα, καταποδιαστές στη σειρά 5 -7 φωτιές και μέσα στους καπνούς και στις φλόγες τους, πηδούσαν τα παιδιά, μια, μια, πηδούσαν οι νέοι και τα κοριτσόπουλα, ακόμα και οι μεγάλοι, λέγοντας καλοσωρίσματα για τον μήνα Αύγουστο, με συμπληρώματα κάποτε παραποιημένα με σκωπτικά λόγια.
  • Όταν ένας νέος ή μεσήλικας έκανε το σπίτι του, συνέτρεχαν και βοηθούσαν όλοι οι συγχωριανοί. Άλλοι κουβαλούσαν σχιστόλιθους (πλάκα) απ’ τα βουνά, άλλοι άμμο, άλλοι ξυλεία ,ή άλλα υλικά, χωρίς φυσικά να δέχονται πληρωμές και παρακάλια. Αυτά τα χρόνια και ιδίως τα τελευταία

Δεν υπάρχει αδελφοσύνη!!!
Άλλαξαν οι άνθρωποι!!!
Απομονώθηκαν σαν μοχθηροί !!!
Ο εγωισμός τους, ίσως, τους παρασέρνει σε αντικοινωνικές συνήθειες
Από τα δρώμενα, στα έθιμα του χωριού μας, αξίζει να αναφέρουμε την αναπαράσταση του Θασίτικου Γάμου.
Αυτήν, την ετοιμάζει και την συνεχίζει τα τελευταία χρόνια ο πολιτιστικός μας σύλλογος «Χατζηγιώργης».
Την κάνει συνήθως, κατά την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου ή και αργότερα, Κυριακή πάντοτε, τότε που φουντώνει και ο τουρισμός του νησιού, και φυσικά έρχονται και την παρακολουθούν πολλοί ξένοι τουρίστες και άλλοι κάτοικοι απ’ τα χωριά της Θάσου και μένουν κατευχαριστημένοι και ενθουσιασμένοι από τη γραφική αυτή εκδήλωση.
Η ομάδα που αναπαριστά, είναι ντυμένη με τις παλιές τοπικές ενδυμασίες.
Η μεταφορά της προίκας, με τα αγοράκια πάνω σ’ αυτήν, με τα στολισμένα με πολύχρωμα κιλίμια και μαντήλια υποζύγια. Τα βιολιά που παίζουν τραγούδια του αποχαιρετισμού της νύφης και της υποδοχής, στο νέο σπιτικό, το γλέντι και οι χοροί που ακολουθούν και ο γενικός στολισμός του χωριού με τα ακριβά και όμορφα υφαντά του, δίνουν όλα έναν υπέροχο και ξεχωριστό γιορταστικό τόνο.
Επίσης, και τα κεράσματα, με ντόπιο, σπιτικό σαραγλί, με τσίπουρο και άλλα, δημιουργούν ώρες γενικής αγαλλίασης και τοπικής αγάπης σε όλους.

  • Εξεταζόμενος τόπος είναι το χωριό Θεολόγος της Επαρχίας Θάσου του Νομού Καβάλας.
  • Μας έδωσαν πληροφορίες οι εξής:

1) Η Μαρία Ν.Μαντέχου, άνω των 80 ετών , όχι Δημοτικό Συν/χος ΟΓΑ, διεύθυνση Θεολόγος- Θάσου από γεννήσεως της, μέχρι τώρα.
2)Μαρία Ι. Ρεϊζη άνω των 80 ετών. Όχι Δημοτικό, Συν/χος ΟΓΑ, διεύθυνση Θεολόγος- Θάσου από γεννήσεως της, μέχρι τώρα.
3) Ανδρέας Σπ. Θεμελής, 82 ετών της ΣΤ’ Γυμνασίου αριστούχος , Συν/χος Δ/νση Θεολόγος –Θάσου και Καβάλας (Κασσάνδρου-3). Από την νηπιακή του ηλικία κατοίκησε η οικογένειά του εδώ, σε ηλικία 6 ετών. Η καταγωγή των γονιών του η Βίτσα Ηπείρου Βίτσα Ιωαννίνων.

  • Κατέγραψε αυτές τις πληροφορίες ο Πρόεδρος του Μορφωτικού Συλλόγου σε συνεργασία με τον Συν/χο δάσκαλο Δημήτριο Μεταξενιάδη, ο οποίος και επιμελήθηκε τη διατύπωσή τους.

Για τον Πολιτιστικό Μορφωτικό Σύλλογο, υπογράφει ο Πρόεδρος αυτού Ιωάννης Π. Λάττας…

Είστε εδώ : Θεολόγος > Έθιμα